Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΟΣΑ ΛΕΦΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΟΙ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ;

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΟΣΑ ΛΕΦΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΟΙ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ;

Τα τελευταία χρόνια τόσο εξαιτίας της Οικονομικής Ύφεσης όσο και της υψηλής τιμής του πετρελαίου γίνεται πολλή συζήτηση σχετικά με τα έσοδα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει η Χώρα μας από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου που βρίσκονται στον βυθό του Αιγαίου, του Κρητικού και του Ιονίου πελάγους. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών τα περισσότερα από τα κοιτάσματα αυτά βρίσκονται σε σχετικά μεγάλα βάθη οπότε και η εκμετάλλευση τους είναι ακριβότερη. Σήμερα θα εξετάσουμε κατά πόσον είναι δικαιολογημένη μια τέτοια προσδοκία, όπως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή μπορεί να εκπληρωθεί.

Το «Ελντοράντο» των υδρογονανθράκων.

Τα προηγούμενα χρόνια και πάντως μέχρι την ανάληψη της Προεδρίας των Η.Π.Α. από τον Μπάρακ Ομπάμα τόνοι χαρτιού και μελανιού είχαν χρησιμοποιηθεί και δισεκατομμύρια gigabyte είχαν δεσμευθεί για να αναλύσουν την σημασία του πετρελαίου για την οικονομία των Η.Π.Α. Έτσι κάθε εμπλοκή διπλωματική, πολεμική ή άλλου τύπου των Η.Π.Α. έπρεπε με κάποιο τρόπο να σχετίζεται με το πετρέλαιο και τον έλεγχο της εμπορίας του.

Η ομαλή ροή του εμπορίου του πετρελαίου είναι κρίσιμη για κάθε οικονομία στον πλανήτη. Δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα έχει «αλλεργία» στην απότομη αλλαγή των οικονομικών συνθηκών και ειδικά στις απότομες αυξήσεις τιμών. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 αποτελούν την καλύτερη απόδειξη. Στο σημείο αυτό και προκειμένου να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής:

Γενικά η τιμή πώλησης ΔΕΝ διαμορφώνεται (ή αν θέλετε ΔΕΝ θα έπρεπε να διαμορφώνεται) από την προσφορά και την ζήτηση (ότι και αν υποστηρίζουν τα βιβλία της σύγχρονης Πολιτικής Οικονομίας)∙ διαμορφώνεται μόνο από το κόστος παραγωγής και διάθεσης. Η παρεξήγηση αυτή έχει τις ρίζες της ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα όταν και αναφέρθηκε σ’ αυτή ο Βρετανός οικονομολόγος Ντέιβιντ Ρικάρντο. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις που φαίνεται ότι «ο νόμος προσφοράς-ζήτησης» διαμορφώνει το επίπεδο τιμών όπως στην αγορά πετρελαίου.

Όταν συμβαίνει αυτό συντρέχουν δύο προϋποθέσεις:

  • Η τιμή διαμορφώνεται στις περισσότερες φορές ανοδικά. Ακόμη και όταν πέφτει ΔΕΝ πέφτει κάτω από το κόστος παραγωγής (ή πέφτει για πολύ λίγο) πριν αρχίσει να σταθεροποιείται ή/και ν’ αυξάνει πάλι ως αποτέλεσμα της σκόπιμα μειωμένης στη συνέχεια προσφοράς.
  • Όλες οι περιπτώσεις στις οποίες ισχύει «ο νόμος προσφοράς-ζήτησης» είναι περιπτώσεις μονοπωλιακής λειτουργίας της αγοράς, όπου είτε υπάρχει ένας πολύ μεγάλος τροφοδότης είτε υπάρχουν λίγοι οι οποίοι βρίσκονται σε συνεννόηση/σύμπραξη μεταξύ τους.

Αυτό άλλωστε αποδεικνύει και η ιστορία του πετρελαίου όπου ο Ο.Π.Ε.Κ. παρ’ ότι δεν έχει μέλη όλες τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες (π.χ. Ρωσία και Βενεζουέλα για παράδειγμα ΔΕΝ είναι μέλη του) ωστόσο με εργαλείο την αυξομείωση της παραγωγής καθορίζει την τιμή πώλησης του. Μια τιμή η οποία επηρεάζεται εξίσου από την εκτίμηση των αποθεμάτων σε σχέση με το κόστος εξόρυξης τους πάντα σε συνάρτηση με την εκτιμώμενη μελλοντική ζήτηση. Την μελλοντική ζήτηση που πρέπει να εκτιμήσει ο πωλητής σε βάθος τουλάχιστον 6 μηνών (όση είναι η διάρκεια των «συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης»). Τα οποία πωλούνται και αγοράζονται όπως κάθε άλλο «χρηματιστηριακό προϊόν» αναλόγως του γενικότερου κλίματος ή της «εσωτερικής πληροφόρησης» που διαθέτουν κάποιοι.

Προφανώς, κάθε επιχειρηματίας ανεξαρτήτως του πεδίου στο οποίο δραστηριοποιείται επιδιώκει το μέγιστο δυνατό κέρδος. Για να πετύχει πρέπει να επιδείξει προσαρμοστικότητα. Ειδικά στον χώρο των εξορύξεων είτε πρόκειται για ορυχείο είτε για γεώτρηση η προσαρμοστικότητα πρέπει να είναι άμεση γιατί αλλιώς ο επιχειρηματίας κινδυνεύει να βρεθεί «εκτός παιχνιδιού».

Για παράδειγμα όσο πιο κοντά στην επιφάνεια είναι το ορυκτό, τόσο πιο μικρό το κόστος της. Άρα το περιθώριο κέρδους είναι τέτοιο ώστε να είναι συμφέρουσα η εξόρυξη ακόμη και αν πέσει η τιμή στην αγορά. Έχει αποδειχθεί από την Διεθνή εμπειρία ότι η χρηματοδότηση είναι τόσο ευκολότερη όσο δυσκολότερη και ακριβότερη καθίσταται η εξόρυξη ενός ορυκτού∙ ακριβώς επειδή οι αποδόσεις για τον χρηματοδότη είναι μεγαλύτερες.

Αν για παράδειγμα μια εταιρεία εξόρυξης χρυσού ζητήσει χρηματοδότηση με ενέχυρο μετοχές της είναι πολύ ευκολότερο να την λάβει όταν θα πρέπει να σκάψει βαθύτερα αυξάνοντας το κόστος εξόρυξης, παρά όταν το κόστος είναι μικρότερο (με την προϋπόθεση ότι η ζήτηση παραμένει σχετικά σταθρερή). Αυτό συμβαίνει γιατί η τιμή στην αγορά ρυθμίζεται από το ποσοστό κέρδους (την απόδοση του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην διαδικασία) πάνω από το κόστος εξόρυξης. Έτσι αν η ζήτηση μειωθεί ή βρεθούν κοιτάσματα σε μικρότερα βάθη (η εξόρυξη των οποίων είναι σημαντικά φθηνότερη) η εξόρυξη στα ορυχεία που πρέπει να σκάψουν πιο βαθειά θα σταματήσει μέχρις ότου να καταστεί ξανά αρκετά κερδοφόρα για να αρχίσει εκ νέου.

Επιπρόσθετα «η τιμή στην αγορά» ΔΕΝ καθορίζεται (στους τομείς που αυτό συμβαίνει) μόνο από τον «νόμο προσφοράς-ζήτησης». Καθορίζεται επίσης -και μάλιστα σε σημαντικότερο βαθμό- από το γενικότερο οικονομικό κλίμα. Για παράδειγμα σε καιρούς οικονομικής κρίσης ή/και ύφεσης η ζήτηση για χρυσό (προκειμένου αυτός ν’ αποτελέσει μέσο αποθησαυρισμού) αυξάνει οδηγώντας σε αντίστοιχη αύξηση της τιμής του. Φυσικά η τάση αυτή ΔΕΝ μπορεί να υπερβεί ένα όριο, το οποίο αντιστοιχεί στην εκτίμηση των αγοραστών χρυσού (οι οποίοι επενδύουν σ’ αυτόν λόγω της μεγάλης σταθερότητας της τιμής του) για την εξέλιξη των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών. Όσο η αστάθεια συνεχίζεται τόσο συνεχίζει ν’ αυξάνει και η τιμή της ουγγιάς όπως επίσης και των μετοχών των εταιρειών αλλά και των χρηματιστηριακών παραγώγων στα οποία αυτές χρησιμοποιούνται. Αντίθετα, όσο το οικονομικό κλίμα βελτιώνεται τόσο η τιμή της ουγγιάς πέφτει.

Ακόμα κι έτσι κάποιοι -θεωρητικά τουλάχιστον- έχασαν λεφτά εφόσον αγόρασαν χρυσό ακριβότερα (ή καλύτερα λίγο πριν αρχίσει να πέφτει η τιμή του). Ωστόσο αυτό είναι αληθές μόνο στον βαθμό που ο κάτοχος του χρυσού βρεθεί στην ανάγκη να τον ρευστοποιήσει άμεσα μετατρέποντας τον σε τραπεζογραμμάτια. Άλλωστε, όπως ακριβώς και στις μετοχές τα κέρδη ή οι ζημιές προσδιορίζονται μόνο την στιγμή της πώλησης (ρευστοποίησης) τους και πάντα συνυπολογίζοντας και την μεταβολή της αξίας ου χρήματος κατά την διάρκεια του διαστήματος που έχει περάσει. Γενικά μιλώντας πάντως όσο περισσότερο μπορεί κάποιος να περιμένει τόσο πιο κερδισμένος είναι. Άλλωστε ο χρυσός είναι το μέτρο που σε περιόδους κρίσης και ύφεσης προσδιορίζει πόσο πληθωριστικό (άχρηστο) είναι το χρήμα που κυκλοφορεί.

Αυτά όμως ισχύουν για τον χρυσό και για κάθε εμπόρευμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέσο αποθησαύρισης. Στην κατηγορία αυτή πολύ δύσκολα θα μπορούσε να συμπεριληφθεί το πετρέλαιο. Όχι μόνο εξαιτίας της διακύμανσης της τιμής του λόγω της ανακάλυψης νέων κοιτασμάτων ή της αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσης των ήδη υπαρχόντων, αλλά κυρίως εξαιτίας των τεχνολογικών καινοτομιών με τις οποίες καθίσται όλο και πιο λίγο αναγκαίο. Ωστόσο όσον αφορά τον καθορισμό της τιμής του ισχύουν και εδώ όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τον χρυσό.

Οπότε τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη για το πετρέλαιο που βρίσκεται είτε στον βυθό των Ελληνικών θαλασσών, είτε σε παραθαλάσσιες περιοχές;

Έστω ότι η συμφωνία που υπογράφει το Ελληνικό Δημόσιο με μια εταιρεία εξόρυξης περιλαμβάνει ένα στάνταρ ποσό ανά έτος ως «δικαίωμα εκμετάλλευσης», την παροχή συγκεκριμένης ποσότητας πετρελαίου δωρεάν ή σε χαμηλή τιμή για τις ανάγκες του και ποσοστό επί των Πωλήσεων (Τζίρου) της εταιρείας. Το κόστος κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων βαρύνει αποκλειστικά τον μισθωτή (την εταιρεία) η οποία και μπορεί να επαναχρησιμοποιήσει την εξέδρα άντλησης.

Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί στα κείμενα μας σχετικά με τον Ντέϊβιντ Ρικάρντο και το έργο του τόσο το στάνταρ ποσό όσο και το ποσοστό επί του Τζίρου αποτελούν για το Δημόσιο «πρόσοδο» και μάλιστα «καθαρή» εφόσον το κόστος των εγκαταστάσεων βαρύνει αποκλειστικά την εταιρεία. Όμοια ως «πρόσοδος» θα μπορούσε να θεωρηθεί και η δωρεάν ή σε χαμηλή τιμή πωλούμενη στο Δημόσιο ποσότητα πετρελαίου, εφόσον αυτό θα εξοικονομήσει το αντίστοιχο κονδύλι από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Άλλωστε ειδικά για την περίπτωση μας και με βάση την συμφωνία τίποτα από τα προηγούμενα ΔΕΝ μπορεί να θεωρηθεί ως «ενοίκιο», αφού το κοίτασμα εξορύσσεται και χρησιμοποιείται μια για πάντα.

Ωστόσο ειδικά για το πετρέλαιο (όπως και για κάθε εξόρυξη) τα πράγματα ΔΕΝ είναι ακριβώς έτσι. Καθώς το προϊόν της εξόρυξης χρησιμοποιείται άπαξ και ΔΕΝ ανακυκλώνεται ή αποκαθίσταται το συνολικό εισόδημα (του Δημοσίου και της εταιρείας) που παράγει η συγκεκριμένη πετρελαιοφόρος περιοχή ισούται με την αξία του κοιτάσματος. Έτσι αν το προϊόν αυτό διατεθεί σε «χαμηλή» τιμή τα συνολικά έσοδα θα είναι μικρότερα. Τι σημαίνει όμως αυτό για τα κρατικά έσοδα; Πότε τα έσοδα αυτά θα είναι μεγαλύτερα; Πότε θα υπάρξει το μεγαλύτερο όφελος για την Κοινωνία;

Αφήνοντας για λόγους ευκολίας απέξω την συμμετοχή των φόρων και των δασμών στην διαμόρφωση της τιμής του πετρελαίου, ας προσπαθήσουμε να δώσουμε την «σωστή» απάντηση. Είναι προφανές πως όταν το πετρέλαιο είναι «φθηνό» αυξάνεται και η κατανάλωση του, είτε χρησιμοποιείται για ιδιωτική κατανάλωση είτε ως πρώτη ύλη στην παραγωγή άλλων προϊόντων και υπηρεσιών (π.χ. ηλεκτρική ενέργεια). Όταν «ακριβαίνει» (και αναλόγως των γενικότερων οικονομικών συνθηκών) η κατανάλωση μειώνεται∙ και αν η τιμή συνεχίσει ν’ αυξάνεται τότε ο καταναλωτής στρέφεται σ’ άλλες λύσεις.

Συνεπώς η κρίσιμη παράμετρος για να δώσουμε την «σωστή» απάντηση είναι το «πόσο» είναι διατεθειμένος ο καταναλωτής να πληρώσει παραπάνω από την τιμή που προηγουμένως θεωρούσε «εύλογη» και την οποία θα ονομάσουμε «τιμή ισορροπίας». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ουσιαστικής σημασίας για το σύνολο της Οικονομίας, άρα και για τα Δημόσια Έσοδα. Γιατί πρέπει να ‘χουμε υπόψη μας ότι τα παραπάνω λεφτά που απαιτούνται για την ίδια ποσότητα πετρελαίου δίνονται είτε από την αποταμίευση είτε από την μείωση για δαπάνες άλλων προϊόντων και υπηρεσιών. Έχουμε άλλωστε πεί ότι η Οικονομία είναι «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» καθώς το κέρδος του ενός είναι ζημιά του άλλου. Έτσι το μόνο που στην πραγματικότητα γίνεται είναι μεταφορά πόρων από κάποια προϊόντα και υπηρεσίες πρός κάποια άλλα (στην περίπτωση μας το πετρέλαιο).

Ωστόσο, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχει και η περίπτωση στην οποία η αύξηση της τιμής του πετρελαίου καλύπτεται (πληρώνεται) από την χορήγηση από την Κυβέρνηση παραπάνω ποσότητας χρήματος. Για παράδειγμα το Κράτος έχει αναλάβει την υποχρέωση να καλύπτει μέσω χορήγησης επιδομάτων κάθε αύξηση σε συγκεκριμένα είδη όπως το πετρέλαιο, προκειμένου το εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων να παραμένει σχετικά σταθερό. Χάρην ευκολίας θα θεωρήσω ότι η αύξηση του πετρελαίου δεν έχει ακόμη επηρεάσει τις τιμές των προϊόντων στην παραγωγή που αυτό χρησιμοποιείται, ούτε τις τιμές των μεταφορών. Στο σημείο αυτό υπάρχουν δύο υποπεριπτώσεις. Πριν αναφερθώ όμως σ’ αυτές πρέπει να γίνει μια βασική παραδοχή. Η παραδοχή αυτή είναι ότι το σύνολο του χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία έχει ως κάλυμμα συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού ή συναλλάγματος ή οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σχετικά μεγάλη περίοδο ως «εγγύηση». Αλλιώς είναι απλά ένα κομμάτι χαρτί χωρίς ιδιαίτερη ανταλλακτική αξία.

Οι δύο περιπτώσεις, λοιπόν, που προκύπτουν είναι:

  • Είτε το Κράτος χρησιμοποιεί χρήμα που ήδη έχει εισπράξει ή είχε κόψει πριν την αύξηση της τιμής του πετρελαίου.
  • Είτε το Κράτος χρησιμοποιεί χρήμα που κόβει μετά και εξαιτίας της ανόδου της τιμής του πετρελαίου και το οποίο έχει κάλυμμα χρυσό ή συνάλλαγμα στο ίδιο ποσοστό όπως και πριν. (Στην περίπτωση του συναλλάγματος αυτό θα μπορούσε να έχει προέλθει και από εξωτερικό δανεισμό).

Στην πρώτη περίπτωση αρχικά η επίδραση είναι ουδέτερη καθώς ΔΕΝ χρησιμοποιείται περισσότερο χρήμα απ’ όσο κυκλοφορούσε ήδη. Καθώς όμως με τον τρόπο αυτό οι ιδιώτες καταναλωτές συνεχίζουν ν’ αγοράζουν την ίδια ποσότητα πετρελαίου υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο να πυροδοτηθεί νέα αύξηση της τιμής του, με την οποία θα πρέπει το Κράτος εκ νέου να καταβάλει την διαφορά. Αυτό φυσικά ΔΕΝ μπορεί να συνεχιστεί εσαεί, όπως άλλωστε έχει αποδείξει η Παγκόσμια Οικονομική Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση η κίνηση του Κράτους να καλύπτει την αύξηση της τιμής του πετρελαίου είναι επί της ουσίας μια εγχώρια επιδότηση του συγκεκριμένου κλάδου. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκτός της επιβολής ανώτατης τιμής (που όμως δημιουργεί άλλα προβλήματα όπως π.χ. νοθεία) υπάρχουν μόνο δύο τρόποι ελέγχου της τιμής. Ο ένας είναι οι εισαγωγές και ο άλλος η αύξηση της εγχώριας παραγωγής. Βέβαια το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί στην ύστατη ανάγκη να επιτευχθεί και με την παύση της επιδότησης από το Κράτος στους ιδιώτες καταναλωτές της αύξησης της τιμής του πετρελαίου. Ωστόσο, καθώς κάτι τέτοιο είναι αντιδημοφιλές και αντιμετωπίζεται ως «ύστατη λύση» δεν το εξετάζω στο παράδειγμα μας.

Στην δεύτερη περίπτωση από την στιγμή που μπαίνει νέο χρήμα στην κυκλοφορία αυξάνοντας τον συνολικό όγκο του προκαλεί φαινόμενα «υπερθέρμανσης» της Οικονομίας, δηλαδή «πληθωρισμό». Βέβαια αυτή η «υπερθέρμανση» στη συνέχεια -και όσο ο «Δείκτης Τιμών Καταναλωτή» θ’ αρχίσει ν’ ανεβαίνει- θα γίνει προσπάθεια να ελεγχθεί μέσω της αύξησης των επιτοκίων μέσω της οποίας αφαιρείται χρήμα από την αγορά και την κατανάλωση. Όταν αυτό συνέβαινε παλαιότερα (τότε που το Δημόσιο κάλυπτε μεγάλο μέρος των δανειακών αναγκών του από τον «εσωτερικό δανεισμό») προκαλούσε μια ταυτόχρονη εκκροή χρημάτων για την πληρωμή των τόκων, η οποία καλυπτόταν είτε με νέο δανεισμό (για να επαναληφθεί ο ίδιος κύκλος) είτε με αύξηση της φορολογίας. Αυτό όμως που πρακτικά μας ενδιαφέρει σχετικά με το θέμα μας είναι πως τα περισσότερα λεφτά που θα παίρνει το Κράτος ΔΕΝ θα έχουν την ίδια με πριν αξία. Θα είναι πληθωριστικά.

Και αυτό θα ισχύει ακόμη και αν η συνολική κυκλοφορία του χρήματος καλύπτεται με το ίδιο ποσοστό όπως και πριν χρυσού ή/και συναλλάγματος∙ γιατί η αξία του χρήματος που κυκλοφορεί από την άποψη της Κυβέρνησης ισούται με την ονομαστική του αξία μείον τα έξοδα απόκτησης του παραπάνω «καλύμματος» που ήταν αναγκαίο.

Εξυπακούεται ότι στην περίπτωση που είτε μειωθεί το ποσοστό του «καλύμματος» είτε δεν υπάρχει καθόλου το «νέο χρήμα» είναι πληθωριστικό κατά το ποσοστό που αυξήθηκε ο όγκος του χρήματος σε σχέση με πριν.

Τέλος και όσον αφορά την σχέση της τιμής πώλησης του πετρελαίου και της φάσης του οικονομικού κύκλου που βρίσκεται η οικονομία πρέπει να παρατηρηθεί ότι ντέτοια σχέση ΔΕΝ υφίσταται πάντα. Υψηλή τιμή ΔΕΝ σημαίνει κατ’ ανάγκη και μεγάλη ζήτηση άρα και «φάση ανάπτυξης». Θα μπορούσε να είναι υψηλή εξαιτίας μείωσης της παραγωγής ή εξάντλησης των κοιτασμάτων. Όπως επίσης και μειωμένη τιμή ΔΕΝ σημαίνει ότι οπωσδήποτε η οικονομία βρίσκεται σε «φάση ύφεσης». Μπορεί να σηματοδοτεί την στροφή σε άλλες μορφές ενέργειας που οδηγούν σε μειωμένη ζήτηση ή σε αύξηση της παραγωγής πετρελαίου.

Μετά τα παραπάνω, που καταλήγουμε λοιπόν;

Καταλήγουμε στο ότι ΔΕΝ υπάρχει σαφής απάντηση εφόσον υπάρχουν αρκετές παράμετροι που κάθε φορά πρέπει να προσδιοριστούν. Τα μεγάλα ονομαστικά έσοδα ΔΕΝ είναι κατ’ ανάγκη καλύτερα από τα μικρότερα. Μεγαλύτερη σημασία από το ύψος τους έχει το πώς αυτά ξοδεύονται. Αν για παράδειγμα χρησιμοποιούνται για «παραγωγικές επενδύσεις» ή για την στήριξη της κατανάλωσης. Τελικά η απόφαση ΔΕΝ είναι αποκλειστικά «οικονομική». Είναι κυρίως «πολιτική». Όμοια και η εκτίμηση σχετικά με το πόσο σημαντική θ’ αποδειχθεί στο μέλλον (κοντυνό και μακρυνό) η εξόρυξη των κοιτασμάτων πετρελαίου είναι περισσότερο αυτή που θα ήθελε η εκάστοτε κυβέρνηση να είναι όσο λιγότερο είναι δυνατόν να βασίζεται σε αξιόπιστες μακροοικονομικές προβλέψεις. Στο κάτω-κάτω δεν υπάρχει περίπτωση οποιαδήποτε αντιπολίτευση να επιχειρήσει να διαψεύσει τις προσδοκίες για ένα Ελληνικό «Ελ Ντοράντο» των υδρογονανθράκων, το οποίο υποτίθεται ότι θ’ αναβαθμίσει εκτός από οικονομικά και γεωπολιτικά την Χώρα μας. Το πολύ-πολύ να καταγγείλει την Κυβέρνηση ότι δεν χειρίστηκε με τον πλέον αποδοτικό για την Χώρα τρόπο το ζήτημα με αποτέλεσμα να μην πάρει το μέγιστο που μπορούσε.

Υ.Γ. Προκειμένου να προσδιοριστεί η «καθαρή πρόσοδος» θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε και το κόστος που θ’ απαιτηθεί για την «ασφάλεια» των «οικοπέδων» στα οποία θα γίνει η εξόρυξη. Για παράδειγμα για τα «οικόπεδα» που βρίσκονται σε σημεία που «ενδιαφέρουν» και τους γείτονες μας θα χρειαστεί να διατεθεί «στρατιωτική προστασία» από τις ενδεχόμενες παρενοχλήσεις τους. Οπότε θα πρέπει να συνυπολογιστεί και αυτό το αυξημένο κόστος.

 

3 Ιούνη 2017
παρατηρητής 1.

 

 

 

 

 

Διαβάστηκε 2235 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΟΣΑ ΛΕΦΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΟΙ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ;