Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΑΥΤΗ Ν’ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ. (ΜΕΡΟΣ Α’).

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΑΥΤΗ Ν’ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ. (ΜΕΡΟΣ Α’).

Μέχρι σήμερα ασχοληθήκαμε με την ανάλυση του οικονομικού κυκλώματος και τους πρακτικούς και άμεσους τρόπους αντίδρασης μας στην κατάσταση που βιώνουμε σήμερα. Ωστόσο ένα άλλο εξίσου σημαντικό ζήτημα είναι η ιχνηλάτηση του κοινωνικού και οικονομικού τοπίου στην μετά την κρίση εποχή. Μπορεί να μην είναι εύκολο να προβλέψουμε τις εξελίξεις στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο τα επόμενα χρόνια, αλλά μπορούμε και πρέπει ν’ αναλύσουμε πως αλληλεπιδρούν μεταξύ τους αυτά τα δύο πεδία διαμορφώνοντας τελικά το αντίστοιχο πολιτικό.

Η μέθοδος ανάλυσης είναι η Κοινωνιολογική η οποία και θα μας φανερώσει αφ’ ενός πως λειτουργούν οι κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και αφ’ ετέρου θα μας δείξει ποιόν δρόμο πρέπει ν’ ακολουθήσουμε. Η ανάλυση αυτή είναι απαραίτητη για δύο λόγους:

  • Ο πρώτος είναι ότι πρέπει να δούμε κατά πόσον το οικονομικό κύκλωμα που ανέλυσαν οι Μάρξ και Ένγκελς στα γραπτά τους και ειδικά στο «Κεφάλαιο» είναι ακόμη σε ισχύ.
  • Ο δεύτερος είναι ότι μόνον έτσι (αφού έχουμε αναλύσει το παρόν οικονομικό κύκλωμα) θα κατανοήσουμε την ανάγκη της αναθεώρησης της υφιστάμενης κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, αλλά και την κατεύθυνση που αυτή πρέπει να πάρει.

Σίγουρα ο κόσμος στον οποίο ζούσαν οι προπαππούδες μας και ο οποίος περιγράφεται, αναλύεται και εν τέλει κριτικάρεται από τους Μάρξ και Ένγκελς είναι τουλάχιστον εξωτερικά αρκετά διαφορετικός. Δουλειά μας είναι να εξετάσουμε αν και οι παραγωγικές σχέσεις είναι οι ίδιες ή αν έχουν και αυτές αλλάξει. Τον 19ο και το μεγαλύτερο διάστημα του 20ου αιώνα, δηλαδή τόσο στην περίοδο της εδραίωσης αλλά και του μετασχηματισμού του Καπιταλισμού υπήρξαν κάποιες σταθερά παγιωμένες παραγωγικές σχέσεις οι οποίες παρέμειναν ουσιαστικά σταθερές παρά τις επιμέρους οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις.

Υπήρχαν τότε τέσσερις παράγοντες των οποίων οι μεταξύ τους συσχετισμοί δύναμης «εξισορροπούσαν» το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

  • Ο πρώτος ήταν οι επιχειρηματίες/βιομήχανοι, δηλαδή οι εργοδότες εν γένει.
  • Ο δεύτερος ήταν οι με κάθε είδους σχέση εργασίας εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως του τομέα ή κλάδου παραγωγής.
  • Ο τρίτος ήταν το χρηματιστικό κεφάλαιο και ειδικότερα το τραπεζικό το οποίο στην αρχή χρηματοδοτούσε τους εργοδότες στα επιχειρηματικά τους σχέδια, ενώ στην συνέχεια χρηματοδοτούν και τους εργαζόμενους οι οποίοι με τον τρόπο αυτό καθίστανται πλέον «καταναλωτές» με ολοένα και πιό σημαντικό ρόλο στο οικονομικό κύκλωμα.
  • Ο τέταρτος ήταν το Κράτος, το οποίο θεωρητικά έπρεπε να εξισορροπεί την επιρροή των άλλων τριών παραγόντων.

Βέβαια κανενός από τους παραπάνω παράγοντες η επιρροή δεν παρέμεινε η ίδια σε όλη αυτή την χρονική περίοδο, ενώ υπήρξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή και το επίπεδο ανάπτυξης του Καπιταλισμού σ’ αυτή. Γενικά μιλώντας μπορούμε να πούμε ότι μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων υπήρχε μια στενή σχέση αλληλεξάρτησης, η οποία όμως χαρακτηριζόταν από πολλές και έντονες (πολύ συχνά και βίαιες) αντιθέσεις. Οι μεν (εργοδότες) είχαν ανάγκη τους δε (εργαζόμενους), τόσο για εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό όσο και ως καταναλωτές των παραγομένων από αυτούς προϊόντων. Την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι είχαν ανάγκη τον μισθό για να επιζήσουν, αφού με διάφορους τρόπους είχαν στερηθεί οι περισσότεροι τις μικρο-ϊδιοκτησίες τους και είχαν μεταβληθεί σε ανειδίκευτο εργατικό (κυρίως) δυναμικό.

Όπως είχαν τα πράγματα την «δύναμη» την είχαν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι (κυρίως αυτοί στις βιομηχανίες). Δημιουργήθηκε έτσι η ανάγκη να υπάρχει από τα έξω «εξισορρόπηση» η οποία στο τέλος πάντα «έγερνε την πλάστιγγα» πρός τη μεριά των εργοδοτών. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε, ένας από τους άλλους δύο παράγοντες που αναφέραμε παραπάνω, το Κράτος. Αυτό γινόταν τόσο επειδή οι εργοδότες αλλά και οι πολιτικοί είχαν κοινή καταγωγή, όσο και επειδή έστω και πρόσκαιρη επικράτηση των εργαζομένων θα σήμαινε θανάσιμο κίνδυνο για όλο το «εποικοδόμημα». Βέβαια για να γίνει κατορθωτή η επικράτηση των εργοδοτών έναντι των εργαζομένων ήταν απαραίτητη η συστράτευση μαζί τους πλήθους ατόμων χαμηλής κοινωνικής προέλευσης (όπως και η πλειοψηφία των εργαζομένων) οι οποίοι στελέχωναν τους κατασταλτικούς κρατικούς μηχανισμούς. Τα άτομα αυτά εξασφαλίζοντας καλύτερους μισθούς από τους βιομηχανικούς για παράδειγμα εργάτες δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να στρέφονται εναντίον ατόμων με τα οποία είχαν περισσότερα κοινά απ’ ότι μ’ αυτούς των οποίων υπερασπίζονταν τα συμφέροντα.

Απαραίτητος παράγοντας για την λειτουργία του οικονομικού κυκλώματος και ειδικά όσο εξελισσόταν ο Καπιταλισμός ως οικονομικό σύστημα ήταν οι τραπεζίτες και οι χρηματιστές, δηλαδή οι επαγγελματίες οι οποίοι «αξιοποιούσαν» τα λεφτά των επιχειρηματιών και βιομηχάνων δημιουργώντας νέο πλούτο και πλεονάσματα πρός «επένδυση». Η πολιτική τους δύναμη ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο μικρότερο ήταν το πλήθος τους στην κοινωνία. Ωστόσο ακόμη και στο επάγγελμα τους υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση, τόσο ως πρός το μέγεθος και τη σημασία του καθενός όσο και εξαιτίας της εξειδίκευσης τους σε διαφορετικό τομέα της οικονομικής δραστηριότητας.

Αν θα θέλαμε να δώσουμε με μιά αναλογία (χρησιμοποιώντας παράλληλα και ονόματα) την ελληνική πραγματικότητα του 19ου και του 20ου αιώνα θα είχαμε στους βασικούς ρόλους τα εξής πρόσωπα:

  • Στους ρόλους των τραπεζιτών τους Α. Συγγρό, και Γ. Σταύρου.
  • Στους ρόλους των επιχειρηματιών τις οικογένειες Βαρδινογιάννη και Φιξ.
  • Στους ρόλους της πολιτικής ηγεσίας τον Βασιλιά Γεώργιο Α’ και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Οι τραπεζίτες διαπλέχθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό με την πολιτική εξουσία εξασφαλίζοντας άλλοτε την συνεργασία της και άλλοτε απλά την ανοχή της με αμοιβαίο φυσικά όφελος. Για παράδειγμα λόγω της στενής του σχέσης με τον Γεώργιο Α’ ο Α. Συγγρός είχε αποκλειστικές πληροφορίες που αφορούσαν την επικείμενη τότε χρεωκοπία του 1893 και με βάση τις πληροφορίες αυτές κερδοσκόπησε αισχρά στα ελληνικά και ξένα χρηματιστήρια αγοράζοντας και πουλώντας τα ελληνικά ομόλογα. Βέβαια επειδή δεν ήταν αχάριστος εκτός από το μερίδιο στα κέρδη που έδωσε στον Βασιλιά Γεώργιο Α’, έχτισε την ομώνυμη φυλακή και το ομώνυμο νοσοκομείο για τις δερματικές παθήσεις. Ενώ η φυλακή έχει από καιρό γκρεμιστεί, το νοσοκομείο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να λειτουργεί.

Ο έτερος τραπεζίτης Γ. Σταύρου όντας μέλος της Φιλικής Εταιρείας ανέλαβε από την αρχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους τον πλέον σημαντικό ρόλο, αυτού που ουσιαστικά αποφάσιζε για τα οικονομικά του τότε Βασιλείου. Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για τον ιδρυτή της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ως το 1926 οπότε και ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν η κύρια εκδοτική τράπεζα (έκοβε χρήματα). (Σημείωση: Οι κυριότερες άλλες εκδοτικές τράπεζες ήταν η Ιονική Τράπεζα στα Επτάνησα και η Τράπεζα Κρήτης στην Κρήτη.).

Σχετικά με τις δύο οικογένειες επιχειρηματιών που επιλέξαμε εδώ, έχουμε να σημειώσουμε και για τις δυό σχετικά με την "διαπλοκή" τους με την πολιτική τα εξής:

Η μεν οικογένεια Βαρδινογιάννη ήταν γνωστή για τη συμμετοχή της σε κάθε κρητικό ξεσηκωμό, ενώ ο Παύλος Βαρδινογιάννης έκανε καριέρα και ως Βουλευτής. Η δε οικογένεια Φιξ αν και Βαυαρικής καταγωγής κατέστη συνώνυμη της βιομηχανίας μπύρας στη χώρα μας. Η «διαπλοκή» της οικογένειας αυτής με την πολιτική χρονολογείται από το 1960 όταν ο Πέτρος Γαρουφαλιάς (γνωστός από τον ρόλο του τον Ιούλιο του 1965) παντρεύτηκε την χήρα του Ιωάννη Φιξ.

Για την πολιτική μας ηγεσία και ειδικότερα για τον Γεώργιο Α’ (Γλύξμπουργκ το επώνυμο για να μην ξεχνιόμαστε) έχουμε αναφερθεί πιό πάνω. Το μόνο που θα χρειαστεί να προσθέσουμε είναι ότι ο Γεώργιος Α’ έχοντας αποδεχθεί τον ρόλο του κηδεμονευόμενου από τις ξένες δυνάμεις και ειδικά τους Άγγλους ήταν οπαδός του αξιώματος της «μικρής πλήν όμως τιμίας Ελλάδος».

Από την άλλη κανείς δεν εξέφρασε και δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της Αστικής Τάξης όσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Είτε μέσω της φορολογικής και ποινικής του νομοθεσίας («Ιδιώνυμο», Ν. 4229/1929), είτε ακόμα και μέσω της προσάρτησης στο ελληνικό κράτος νέων εδαφών ως αποτέλεσμα των Βαλκανικών πολέμων αλλά και του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Με την πολιτική του η τότε Αστική Τάξη γρήγορα γιγαντώθηκε. Ωστόσο προκειμένου να επιτευχθούν τα παραπάνω αποτελέσματα, ήταν αναγκαία η κατάπνιξη κάθε εστίας αντίδρασης, ειδικά στα χρόνια μετά την «Οκτωβριανή Επανάσταση» του 1917. Βέβαια θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι μαζί με το κυνηγητό των κομμουνιστών δεν εισήγαγε πολλές και αναγκαίες αλλαγές, όπως την ρύθμιση του χρόνου εργασίας των καταστημάτων, την αποζημίωση για εργατικό ατύχημα, τη δημιουργία της Επιθεώρησης Εργασίας κ.α.

Συμπερασματικά μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι λίγο-πολύ μέχρι και τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 οι παραγωγικές σχέσεις (συνεπώς και οι κοινωνικές) είχαν μείνει σχετικά σταθερές. Αυτό σημαίνει ότι τόσο οι εργοδότες όσο και οι μισθωτοί εξισορροπούσαν ο ένας την δύναμη του άλλου με διαιτητή το Κράτος. Από την πλευρά του το Κράτος έχανε σιγά-σιγά την δύναμη του τόσο γρήγορα όσο υποχωρούσε στις πιέσεις των τραπεζιτών για αναθεώρηση του πλαισίου λειτουργίας τους μέσα στα πλαίσια ενός υποτιθέμενα (τουλάχιστον θεωρητικά) «αυτορυθμιζόμενου Καπιταλιστικού συστήματος». Η ρίζα των συνεχόμενων χρηματο—οικονομικών κρίσεων τα τελευταία 40 χρόνια βρίσκεται στις αποφάσεις που ελήφθησαν την δεκαετία του 1970 και οι οποίες άλλαξαν ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων των τεσσάρων παραγόντων που αναφέραμε παραπάνω. Γι’ αυτά όμως θα μιλήσουμε στην επόμενη συνέχεια του άρθρου μας.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 

21 Οκτώβρη 2014.
παρατηρητής 1.

 

 

Διαβάστηκε 6552 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΑΥΤΗ Ν’ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ. (ΜΕΡΟΣ Α’).