Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ «ΜΕΤΡΑΝΕ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ (Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΛΩΝ Σ’ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ «ΜΕΤΡΑΝΕ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ
(Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΛΩΝ Σ’ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ)

Το κείμενο που ακολουθεί είναι εκ πρώτης όψης «αιρετικό» σε σχέση με το κλίμα που τα Μ.Μ.Εξημέρωσης/Εξαπάτησης και οι ταγοί τους έχουν δημιουργήσει. Το κείμενο βασίζεται σ’ αντίθεση με την άποψη της κοινής γνώμης που τα Μ.Μ.Ε. προσπαθούν να επιβάλλουν στην ιστορική πραγματικότητα και τα κοινωνιολογικά δεδομένα. Ωστόσο, μιας και δεν συμβαδίζει με την άποψη που κάποιοι θέλουν να επιβάλλουν (γιατί τότε θ’ ανέτρεπε την θεματολογία της συζήτησης στις πραγματικές αιτίες του προβλήματος) θ’ αντιμετωπιστεί απαξιωτικά απ’ όσους έχουν ξεχάσει (ή δεν έμαθαν) να διαβάζουν και αρέσκονται στην έτοιμη «πνευματική τροφή» των Μ.Μ.Ε. και κάποιων «διανοούμενων». Εκτός των Ιστορικών δεδομένων το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται και στο βιβλίο του Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ «Η Κοινωνία της Ικανοποίησης».

Στο 10ο κεφάλαιο της «Κοινωνίας της Ικανοποίησης» με τίτλο «Το Στρατιωτικό Πλέγμα Ι» ο Γκαλμπρέιθ βασισμένος σε πλήθος στατιστικών στοιχείων μεταξύ άλλων σημειώνει:

«Ο φόβος του κομμουνισμού ήταν επίσης υπεύθυνος για τρείς βασικές εξελίξεις στον τομέα της στρατιωτικής δύναμης, με τη μορφή που αυτή είχε στην πολιτική οικονομία της ικανοποίησης:

  • Η πρώτη, που συμπλήρωνε και επέκτεινε μια ήδη μεγάλη δαπάνη, ήταν μια επιπλέον τεράστια αύξηση των στρατιωτικών και αμυντικών δαπανών.
  • Η δεύτερη ήταν η εμφάνιση ενός σχετικά αυτόνομου στρατιωτικού κατεστημένου, που βρισκόταν πάνω και έξω από κάθε δημοκρατικό έλεγχο.
  • Η τρίτη ήταν μια σειρά από επεμβάσεις στο εξωτερικό που σχεδιάστηκαν δήθεν για να περιορίσουν την απειλητική εξάπλωση του κομμουνισμού, αλλά με επιπλέον στόχο τη δικαίωση του διευρυνόμενου ρόλου του στρατιωτικού κατεστημένου στο όνομα ενός υποτιθέμενου εχθρού.

Η προφανής και, στην πραγματικότητα, αναπόφευκτη κίνηση ανταπόκρισης έγινε το 1973 με την αναστολή της γενικής επιστράτευσης. Έγινε αποδεκτό ότι οι ικανοποιημένοι δε θα έπρεπε να υποχρεώνονται σε στρατιωτική θητεία. Αυτή με τις συνεπακόλουθες ταλαιπωρίες και κινδύνους, ήταν επιφυλαγμένη για εκείνους που ζούσαν σε λιγότερο ευχάριστο κοινωνικό περιβάλλον και θα προσελκύονταν από το μισθό, την εκπαίδευση και γενικότερα την προσδοκία οικονομικής βελτίωσης.»

Έτσι, η «λειτουργική υποτάξη» του κεφαλαίου 3 αναλαμβάνει την στρατιωτική υπηρεσία που πρόθυμα -και για να μη ρισκάρουν τη ζωή και την εκπλήρωση των προσδοκιών τους- αποποιήθηκαν οι ευκατάστατοι λευκοί που διαδήλωναν κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Ο Γκαλμπρέιθ ως «λειτουργική υποτάξη» ορίζει αυτούς που ασχολούνται με τις πιο βαριές, βαρετές και λιγότερο επίζηλες δουλειές, η ύπαρξη της οποίας είναι ουσιώδης για το βιοτικό επίπεδο και την άνεση των «προνομιούχων/ικανοποιημένων».

Προφανώς η «λειτουργική υποτάξη» έχει χειρότερη μόρφωση και συνθήκες διαβίωσης και έτσι της παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες για να βρει μια «δουλειά της προκοπής». Σ’ αυτούς τους «μη προνομιούχους» όπως τους αποκαλεί το πολιτικό σύστημα απομένει πλέον μόνον η ένταξη στα «σώματα ασφαλείας» και τον επαγγελματικό στρατό των Η.Π.Α. Στην «λειτουργική υποτάξη» ανήκουν τόσο οι φυλετικές μειονότητες όσο και οι φτωχοί λευκοί που είτε έχουν ξεπέσει σε σχέση με το παρελθόν είτε ανήκουν σ’ αυτή από παλιά.

Και η Αμερικάνικη Ιστορία επιβεβαιώνει ότι οι μειονότητες (κυρίως οι μαύροι) συμμετείχαν πρόθυμα (γιατί δεν είχαν εκτός της ζωής τους τίποτα άλλο να χάσουν) σε κάθε πολεμική περιπέτεια των Η.Π.Α. Το έκαναν για να βελτιώσουν την κοινωνική (και άρα την οικονομική) τους θέση. Απαριθμώντας τους πολέμους στους οποίους έλαβαν μέρος (μέχρι ο στρατός να γίνει επαγγελματικός) έχουμε:

  • τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1775-1783),
  • τον Εμφύλιο (1861-1865),
  • τον Α’ Π.Π. (1914-1918),
  • τον Β’ Π.Π. (1940-1944),
  • τον Πόλεμο της Κορέας (1950-1953),
  • τον Πόλεμο του Βιετνάμ (1965-1973).

Από κει και πέρα η στρατιωτική υπηρεσία των μαύρων (και των μειονοτήτων γενικότερα) έγινε επαγγελματική καθώς η άρνηση των προνομιούχων λευκών να στρατευθούν για να πολεμήσουν στους τυχοδιωκτικούς πολέμους της χώρας τους, ανάγκασε το κατεστημένο να μετατρέψει τον στρατό σε επαγγελματικό και ως τέτοιο να τον αυτονομήσει από κάθε δημοκρατικό έλεγχο. Όπως είναι προφανές οι θάνατοι των μειονοτήτων αλλά και των λευκών «μη προνομιούχων» που επαγγελματικά υπηρετούν στα «σώματα ασφαλείας» και τον στρατό ΔΕΝ καταμετρώνται πουθενά και δεν απασχολούν την Κοινωνία, γιατί πολύ απλά θεωρούνται ως μέρος (κίνδυνος) του επαγγέλματος.

Προφανώς, όλα τα μέλη της «λειτουργικής υποτάξης» δεν επιλέγουν την καριέρα του μισθοφόρου. Είτε γιατί δεν τους αρέσει ο στρατός (και δεν θέλουν να ρισκάρουν με τα ψυχολογικά νοσήματα που προκαλεί η συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις) είτε γιατί μ’ ένα συνδυασμό των κουπονιών της Πρόνοιας, «μαύρης εργασίας» και μικρών ή μεγαλύτερων παρανομιών (να δουλεύουν και τα «σώματα ασφαλείας») μπορούν να βιοπορίζονται στα όρια της επιβίωσης. Είτε πολύ απλά επειδή το εθνικό τους συναίσθημα είναι ιδιαίτερα χαλαρό λόγω της θέσης τους στο «περιθώριο».

Η ένταση του «εθνικού συναισθήματος» προφανώς ποικίλλει αναλόγως της σχέσης κάθε μέλους της Κοινωνίας με την έννοια της Πατρίδας (η οποία σηματοδοτείται διεθνώς από την Σημαία). Η σημαία πίσω και κάτω από την οποία τασσόμαστε είτε είναι της Χώρας, του κόμματος, της ομάδας κ.λπ. είναι αφ’ ενός το ενοποιητικό στοιχείο για όσους είμαστε από την ίδια πλευρά και αφ’ ετέρου αυτό που μας διαφοροποιεί από τους «απέναντι». Από κάθε άποψη είναι ουσιαστικό στοιχείο της προσωπικής μας ταυτότητας. Η ένταση του εθνικού συναισθήματος δεν είναι η ίδια σ’ όλους. Προφανώς, ποικίλει αναλόγως της προσωπικής μας σχέσης με το Έθνος το οποίο αντιπροσωπεύει η δίχρωμη ή τρίχρωμη κατά περίπτωση σημαία.

Έτσι, είναι αναμενόμενο όσοι υπηρετούν στα «σώματα ασφαλείας» και τον στρατό να έχουν το πιο δυνατό εθνικό συναίσθημα. Μεταξύ των ένστολων (οι οποίοι γενικά τείνουν να θεωρούν (σχεδόν όλους) τους συναδέλφους τους ανεξαρτήτως καταγωγής «αδέρφια») αυτοί με το πλέον έντονο εθνικό συναίσθημα αναμένεται να είναι οι «γηγενείς» (στην περίπτωση μας οι λευκοί Αμερικανοί) και μετά όλες οι υπόλοιπες εθνικότητες. Γι’ αυτούς μετράνε όλες οι απώλειες συναδέλφων τους ειδικά για όσους έχουν υπηρετήσει μαζί. Για όλους τους υπόλοιπους Αμερικανούς οι θάνατοι των συγκεκριμένων ανδρών και γυναικών είναι απλά αθέατοι (και γι’ αυτό δεν «μετρούν»). Από την άλλη αυτοί που έχουν πλέον γλυτώσει την στράτευση έχουν για τον λόγο αυτό λιγότερο έντονο το εθνικό συναίσθημα (εκτός αν πλουτίζουν από τα κρατικά συμβόλαια).

Από τη στιγμή που οι «ικανοποιημένοι» (ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής και θρησκείας) δεν ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν ως κληρωτοί στον στρατό, ελάχιστα νοιάζονταν για τις πολεμικές εμπλοκές του (αρκεί να μην αυξανόταν η δική τους φορολογία για την χρηματοδότηση τους) χωρίς όμως ν’ αποποιούνται τα οφέλη που προέκυπταν απ’ αυτές. Πολλοί από τους «ικανοποιημένους» δεν είναι αχάριστοι. Δίνουν μέρος των χρημάτων τους σε αγαθοεργίες και ελεημοσύνες (φανερές και συγκεκαλυμένες) κάθε τύπου. Όπως στο παρελθόν οι «Εθνικοί Ευεργέτες» έτσι και αυτοί «ευεργετούν» όσους δέχονται την οικονομική τους βοήθεια. Ακόμα κι έτσι δεν υπάρχει καλύτερο «πλυντήριο» για τις ενοχές τους απ’ αυτό το πανηγυράκι του «κινήματος: οι ζωές των μαύρων μετράνε» (black lives matter).

Μια αρχική παρατήρηση είναι ότι ο όρος «μαύρος» (black) δεν έχει κανένα ρατσιστικό ή υποτιμητικό περιεχόμενο όταν τον χρησιμοποιούν οι ίδιοι. Κανείς δεν τους κατηγόρησε (ούτε πρόκειται) ότι δεν είναι «πολιτικά ορθοί» (politically correct). Αν βόλευε θα χρησιμοποιούσαν και τη λέξη «νέγρος», αλλά ίσως να το θεώρησαν αυτό-υποτιμητικό (πιθανόν δεν το έκαναν για να μην αποκλείσουν από το «κίνημα» τους λευκούς). Επί της ουσίας δεν έχει κανένα νόημα να επιχειρηματολογήσει κανείς σχετικά μ’ όσα υποστηρίζονται εκατέρωθεν. Το «κίνημα» δεν ενδιαφέρεται για τις στατιστικές (οι οποίες δείχνουν ότι οι λευκοί είναι τα περισσότερα θύματα της αστυνομικής βίας και ακολουθούν οι άλλες φυλές). Τους ενδιαφέρει ν’ αναδείξουν μόνο τα περιστατικά που τους βολεύει. Το «γιατί» δεν μ’ ενδιαφέρει εδώ.

Όπως και στην Ευρώπη μέχρι τον 20ο αιώνα όπου οι Εβραίοι μπορούσαν να εξασκήσουν μόνο συγκεκριμένα επαγγέλματα, έτσι και στις Η.Π.Α. οι μειονότητες μπορούν να επιλέξουν μεταξύ κακοπληρωμένων δουλειών ή οι πολύ τυχεροί και ταλαντούχοι τον χώρο του αθλητισμού και του θεάματος γενικά. Εκεί η παρουσία τους δεν προκαλεί γιατί είναι δύο τομείς δραστηριότητας στους οποίους πρέπει κάποιος να διαθέτει (και) ταλέντο και έτσι οι δουλειές σ’ αυτούς δεν είναι προσβάσιμες σ’ όλους και ειδικά στους ρατσιστές (οι οποίοι δεν θέλουν να συναναστρέφονται με ομοφυλόφιλους και τους άλλους που έχουν στο στόχαστρο τους). Γι’ αυτό άλλωστε δεν θα υπήρχε «κίνημα διαμαρτυρίας» αν δεν το «υιοθετούσαν» ηθοποιοί, τραγουδιστές και αθλητές.

Ανεξάρτητα από την πολιτική ζημιά που έκανε στον Τράμπ το «κίνημα διαμαρτυρίας» ο βίος του και η εμβέλεια του έχουν ήδη εξαντληθεί. Και έχουν εξαντληθεί γιατί από ένα σημείο και μετά στην ατομικιστική Κοινωνία των Η.Π.Α. οι κυρίως λευκοί που πληρώνουν για να παρακολουθούν τις αθλητικές διοργανώσεις όχι μόνο ΔΕΝ ενδιαφέρονται, αλλά και λόγω της έντασης και της επανάληψης του μηνύματος σε συνδυασμό με την ματαίωση κάποιων αγώνων τους γυρίζουν την πλάτη.    

Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι οι πελάτες του ΝΒΑ δεν κάθισαν να δουν στην τηλεόραση τη σειρά των τελικών, η οποία κατέγραψε πολύ ανησυχητικές τηλεθεάσεις. Γιατί οι πελάτες του ΝΒΑ είναι κυρίως (αν όχι σχεδόν αποκλειστικά) οι λευκοί Αμερικανοί, οι οποίοι κρατώντας για τους εαυτούς τους τις καλύτερες δουλειές είναι αυτοί που μπορούν ν’ αγοράζουν τα ακριβά εισιτήρια των αγώνων. Αναλόγως της πορείας της φετινής διοργάνωσης (2020-2021) αλλά και των επομένων θα γίνει φανερή η μεταστροφή των λευκών πελατών του (αν, βέβαια, συνεχιστεί το «black lives matter». Αν το ΝΒΑ αρχίσει να παραπαίει ένας από τους πλέον εμβληματικούς και βασικούς πυλώνες τόσο του «Αμερικάνικου Ονείρου» όσο και της ένταξης των μειονοτήτων στο «σύστημα» (μέσω της επιτυχίας τους στον αθλητισμό) θα έχει καταρρεύσει.

Γιατί το ΝΒΑ είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα μια οργάνωση marketing. Από την εμφάνιση του Jordan ως σήμερα, αυτό που βλέπουμε είναι κυρίως οι αποφάσεις που λαμβάνει σε κεντρικό επίπεδο ο εκάστοτε κομισάριος του. Φέτος ο Lebron πήρε το πρωτάθλημα με τρίτη διαφορετική ομάδα. Αν ο κομισάριος το αποφασίσει τα επόμενα χρόνια θα πάρει μεταγραφή για μια άλλη ομάδα για να κατακτήσει και μ’ αυτή το πρωτάθλημα δημιουργώντας ένα νέο ρεκόρ. Η νέα του ομάδα ξαφνικά σε μια σεζόν θα δυναμώσει έναντι των υπολοίπων τόσο που η τελική επικράτηση της δεν θα είναι περίεργη. Όλο αυτό το οικοδόμημα δίνει ελπίδα και προοπτική στις μειονότητες ότι μπορούν να γλυτώσουν από το περιθώριο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας (ή ημι-παρανομίας αν προτιμάτε) στο οποίο οι «ικανοποιημένοι» όλων των χρωμάτων και φυλών τους έχουν «εξορίσει». Όσο ιστορίες σαν του Αντετοκούμπο βγαίνουν στην επιφάνεια, τόσο θα παίρνει παράταση το «Αμερικανικό Όνειρο»▪ η επίτευξη του οποίου φαίνεται ευκολότερη στον αθλητισμό και το θέαμα. Αν, όμως, οι λευκοί που πάνω τους βασίζεται η επιτυχία του αποτραβηχτούν δείχνοντας έτσι την ενόχληση τους για την πολιτικοποίηση του τότε…

Γιατί υπάρχει λόγος και μάλιστα πολύ καλός για το γεγονός ότι ειδικά στον χώρο του αθλητισμού είτε αποφεύγονται οι «πολιτικές» απόψεις, είτε όταν πρέπει να διατυπωθούν γίνεται προσπάθεια αυτό να γίνει όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα. Το «no politica» δεν είναι υπεκφυγή, είναι προσπάθεια να μην δυσαρεστηθούν οι πελάτες (η οποία από την σκοπιά της επιχείρησης είναι μονόδρομος). Στο κάτω-κάτω ο επαγγελματικός αθλητισμός ανήκοντας στον χώρο της διασκέδασης (και όχι «ψυχαγωγίας») πρέπει ως προϊόν να δίνει διέξοδο από την «πολιτική» καθημερινότητα (αν θέλει να είναι επιτυχημένος ως επιχείρηση).             

Αν στις Αμερικανικές εκλογές (που έχουν ξεκινήσει από καιρό) δεν ηττηθεί ο Τράμπ, τότε όχι μόνο το «κίνημα» θα έχει αποτύχει στην βασική του επιδίωξη αλλά και θα έχει οδηγήσει σε κοινωνική και εκλογική συσπείρωση την Αμερικανική Ακροδεξιά με απροσδιόριστα τώρα αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτό είναι ένα ενδεχόμενο το οποίο θα επαληθευτεί ή θα διαψευστεί τις επόμενες μέρες. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο είναι πως η μοίρα της «λειτουργικής υποτάξης» ΔΕΝ πρόκειται να βελτιωθεί για τις επόμενες 1-2 γενιές (40-50 χρόνια). Για τα μέλη της θα συνεχίζει να υφίσταται το δίπολο της επιλογής με την μια άκρη του να οδηγεί στον επαγγελματικό στρατό και τα «σώματα ασφαλείας» και το άλλο στην υποαπασχόληση, την ημιπαρανομία (ή την παρανομία) και τα κουπόνια της Πρόνοιας. Τα παραδείγματα που κάθε τόσο θα υπάρχουν ανθρώπων από τον «περιθώριο» που θα τα καταφέρνουν στον αθλητισμό και τον χώρο του θεάματος απλά θα «ζεσταίνουν» τα όνειρα των υπολοίπων όπως ο μεγαλο-ιδεατισμός «ζεσταίνει» τις ζωές των μεροκαματιάρηδων κάθε χώρας.

Μετά απ’ όλα τα παραπάνω θα πρέπει να είναι πλέον φανερό ότι για τους πλούσιους των Η.Π.Α. ανεξαρτήτου χρώματος, φυλής και θρησκείας ΔΕΝ μετράνε οι ζωές των ομόχρωμων, ομόφυλων, ομόθρησκων τους όταν αυτοί υπηρετούν στον Αμερικανικό στρατό και τα «σώματα ασφαλείας». Και όταν κάποια στιγμή εξίστανται και «βγαίνουν μπροστά» όπως τώρα με το «κίνημα black lives matter» το κάνουν για να σιγάσουν τις τύψεις τους. Ίσως και για να θυμηθούν πρόσκαιρα από που ξεκίνησαν για να φτάσουν εκεί που είναι τώρα.

24 Οκτώβρη 2020
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 166 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ «ΜΕΤΡΑΝΕ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ (Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΠΛΟΥΣΙΩΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΥΛΩΝ Σ’ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ)